ΑΡΘΡΑ
Μια πλούσια αρθογραφία, σχετικά με τη φιλοσοφία, την ψυχολογία, τον εσωτερισμο, την επιστήμη και άλλα ένδιαφέροντα θέματα.
Δαιμονιο Σωκρατη

«… αντιλαμβάνομαι μέσα μου κάτι σαν σημείον θείον και υπερφυσικόν… Τούτο δε, το οποίον ήρχισεν από την παιδικήν μου ηλικίαν, είναι έν είδος φωνής, η οποία ομιλεί και πάντοτε μεν με αποτρέπει, από τούτο το οποίον μέλλω να πράξω, ουδέποτε δε με προτρέπει …»

Πλάτωνος Απολογία του Σωκράτους 31cd

 

Το «δαιμόνιο» του Σωκράτη είναι το θέμα που θα μας απασχολήσει σε αυτό το άρθρο. Ένα αίνιγμα της αρχαιότητας, που συνυφαίνεται μαζί με την φιλοσοφία στη ζωή αυτού του παράξενου ανθρώπου, ο οποίος άσκησε τεράστια επίδραση στη φιλοσοφική σκέψη.

Η ζωή του Σωκράτη είναι λίγο πολύ γνωστή σε όλους μας όσο και ο τραγικός θάνατός του. Δεν απομακρύνθηκε ποτέ από την Αθήνα. Δεν θέλησε να απομακρυνθεί ούτε από τη φιλοσοφία και να αρνηθεί τα όσα δίδαξε. Έτσι ήπιε ήρεμα το κώνειο συζητώντας τις τελευταίες ώρες της ζωής του μαζί με τους μαθητές του για τη φύση και τον προορισμό της ανθρώπινης ψυχής στην πορεία της μετά το θάνατο. Με το θάνατό του επιβεβαίωσε τη φιλοσοφία του και φόρεσε το στεφάνι του μάρτυρα της «ελεύθερης σκέψης» (1).

Τι ήταν όμως το δαιμόνιο του Σωκράτη; Πώς μπορούμε να το προσεγγίσουμε; Και πώς συμβιβαζόταν η επίδρασή του στον Σωκράτη, αφού όπως είναι γνωστό ο φιλόσοφός μας ήταν και ένας δάσκαλος της διαλεκτικής και έψαχνε την αλήθεια με λογική, όπως αναφέρει ο Πλούταρχος στο πασίγνωστο βιβλίο του περί του Σωκράτους Δαιμονίου;

nea acropoli socrates daemon

Πάμπολλες είναι οι αναφορές στο δαιμόνιο του Σωκράτη. Ήδη έχουμε βάλει κάτω από τον τίτλο του άρθρου ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από την Απολογία του Σωκράτους του Πλάτωνα. Απολογία ως γνωστόν έγραψε και ο Ξενοφώντας, ο οποίος αναφέρει επίσης το δαιμόνιο. Μάλιστα ενώ γενικά επικρατεί στους διάφορους συγγραφείς η πιο παραδεκτή αντίληψη ότι το Δαιμόνιο «απέτρεπε» το Σωκράτη από το να προβεί σε κάποια ενέργεια, κατά τον Ξενοφώντα και τον προέτρεπε. Είναι επίσης χαρακτηριστικό ότι στην Απολογία του -κατά τον Ξενοφώντα- ο Σωκράτης εμφανίζεται να λέει στους δικαστές: «εξαγγείλας εις πολλούς εκ των φίλων μου τας συμβουλάς του θεού, ουδέποτε απεδείχθην ψευδόμενος». (Ξενοφώντος Απολογία Σωκράτους ΙΙ,13).  

Έτσι υπήρχε λοιπόν ένα πρόβλημα αρκετά έντονο για τους αρνητές ή επικριτές του δαιμονίου του Σωκράτη. Από τη μία το κατέκριναν από την άλλη όμως δεν είχε αποδειχθεί ποτέ ότι έλεγε ψέματα. Ο Πλούταρχος μάλιστα αναφέρει την περίπτωση μιας μάχης στην Πάρνηθα: μια ομάδα ιππέων σκοτώθηκαν, γιατί δεν ακολούθησαν το δρόμο που τους οδηγούσε ο Σωκράτης. Το δαιμόνιο τον απέτρεπε να πάει από το δρόμο όπου φαίνεται ότι τους περίμεναν οι εχθροί. Όσοι δεν τον άκουσαν πήγαν από αυτόν το δρόμο και σκοτώθηκαν. Τότε, σημειώνει ο Πλούταρχος, έγινε πολύς θόρυβος στην Αθήνα για το δαιμόνιο  του Σωκράτη. Επίσης ο Σωκράτης είχε προαναγγείλει τη μεγάλη καταστροφή των Αθηναίων στη Σικελία. Εδώ παρεμπιπτόντως να σημειώσουμε την υποκρισία που επικρατεί και στην «ορθολογιστική» εποχή μας. Όλοι κατακρίνουν, και δήθεν απορρίπτουν, τη δυνατότητα πρόγνωσης του μέλλοντος, αλλά ταυτόχρονα βλέπουμε συνεχώς διαφημίσεις για αστρολογία, μέντιουμ και πολλά άλλα που δείχνουν ότι ο πολύς κόσμος ασχολείται, άσχετα με τις επικρίσεις οι οποίες συνυπάρχουν με … τις διαφημίσεις.

Όμως ας επανέλθουμε στις αναφορές για το θέμα μας. Ο Ξενοφώντας εμφανίζει το δαιμόνιο του Σωκράτη σαν έναν τρόπο μαντικής, με τον οποίο ήταν προικισμένος ο γέρο σειληνός φιλόσοφος. Το χάρισμα αυτό του το έδωσαν οι θεοί και -κατά τον Ξενοφώντα- πρέπει να το παραδεχθεί όποιος παραδέχεται και άλλους τρόπους μαντικής.

Όμως δεν αναφέρονται μόνο ο Ξενοφών και ο Πλούταρχος στο δαιμόνιο του Σωκράτη. Πάρα πολλές φορές αναφέρεται σ’ αυτό και ο θείος φιλόσοφος Πλάτωνας. Σαν άμεσος μαθητής του Σωκράτη δίνει αρκετές πληροφορίες για το θέμα από «πρώτο χέρι» όπως θα λέγαμε σήμερα. Μερικές είναι απλές αναφορές στο δαιμόνιο, το οποίο, ως συνήθως, δεν αφήνει το Σωκράτη να κάνει κάτι όπως: στον Ευθύδημο (272 Ε). Παρόμοια στον Φαίδρο (242 Β). Στο Θεαίτητο (151 Α) το δαιμόνιο εμφανίζεται σαν θεία φωνή που αποτρέπει το Σωκράτη σε κάποιες συναναστροφές. Στην Πολιτεία (βιβλίο ΣΤ 496 c) ο Σωκράτης εμφανίζεται να λέει ότι το φαινόμενο που εμφανίζεται σ’ αυτόν δεν έχει τύχει σε κανέναν άλλο.

450px socrates louvre

Όμως και στον Κρατύλο ασχολείται ο Πλάτωνας προσπαθώντας να δώσει την ετυμολογία της λέξης δαίμων. Θεωρεί ότι έχει σχέση με τη γνώση, τη σοφία και τη φρόνηση. Έτσι λέει ότι οι άνθρωποι του «χρυσού γένους», του Ησίοδου, ονομάζονται από τον ποιητή δαίμονες -πνεύματα αγνά- γιατί ήταν συνετοί και σοφοί (δαήμονες).

Εδώ να σημειώσουμε ότι για την προσέγγιση του φαινόμενου του δαιμόνιου του Σωκράτη έχει σημασία και η εννοιολογική προσέγγιση της λέξης. Στην αρχαία εποχή η λέξη δαίμων και δαιμόνιο δεν είχε τη σημερινή σημασία. Περισσότερο χαρακτήριζε ένα πνεύμα της φύσης, μια οντότητα μεταξύ θεών και ανθρώπων. Πολλές φορές σήμαινε ένα προστατευτικό πνεύμα. Στον Μύθο του Ηρός στο δέκατο κεφάλαιο της Πολιτείας, ο Πλάτωνας εμφανίζει τις ανθρώπινες ψυχές να διαλέγουν το «δαίμονα», ο οποίος θα τις συνοδεύει στην επόμενη ζωή τους. Σήμερα θα λέγαμε το «φύλακα άγγελό» τους, μια και αυτό το ον θα συνοδεύει την κάθε ψυχή στην ενσάρκωσή της.

Με την επικράτηση του χριστιανισμού η λέξη δαίμων και δαιμόνιο αποκτούν τη σημερινή σημασία που είναι φορτισμένη αρνητικά. Αυτό έγινε, επειδή οι θεοί των αρχαίων, και γενικότερα όλα τα αόρατα όντα ανώτερα και κατώτερα στα οποία αναφέρονταν, θεωρήθηκαν κακοί και κακά. Όμως δεν υπάρχει καμία αναφορά που να δείχνει ότι ήταν έτσι. Θα είμαστε πιο κοντά στην αλήθεια αν διακρίναμε ότι για τους αρχαίους το καλό και το κακό συνυπάρχουν και πιο πολύ έγκειται στον άνθρωπο να διαλέξει το καλό παρά το ότι για τα λάθη του ευθύνονται κακοποιοί δαίμονες. Πολύ περισσότερο μάλιστα στην περίπτωση του Σωκράτη όπου έχουμε έναν φιλόσοφο μεγάλου ύψους, με τεράστια διαλεκτική ικανότητα και παράδειγμα τρόπου ζωής και θανάτου. Κάτι άλλο λοιπόν συνέβαινε με το δαιμόνιο του Σωκράτη. Θα προσπαθήσουμε να το εξετάσουμε με βάση αυτά που γράφει ο Πλούταρχος στο βιβλίο που έχουμε ήδη αναφέρει. Το περί Σωκράτους Δαιμονίου. Και μάλιστα έχοντας υπόψη ότι η τοποθέτηση του Πλούταρχου βρίσκεται πολύ κοντά στην εσωτερική άποψη της διαχρονικής εσωτερικής φιλοσοφίας (εσωτερισμού).

«Τι πρέπει να παραδεχθώμεν, φίλτατέ μου, περί του δαιμονίου του Σωκράτους; Πρόκειται περί ψεύδους ή τι πρέπει να υποθέσωμεν; Διότι εκ των περί Πυθαγόρου λεγομένων περί μαντικών δυνάμεων, ουδέν μου εφάνη τόσο μέγα και θείον, (όσον τα περί Σωκράτην). Διότι απαράλλακτα όπως ο Όμηρος έχει ποιήσει την Αθηνάν, παρισταμένην παρά τον Οδυσσέα κατά τας παντοειδείς δυσκόλους περιστάσεις του βίου του, κατά τον αυτόν τρόπον φαίνεται ότι το δαιμόνιον επισυνήψεν εις τον Σωκράτην, εξ αρχής του βίου του, ως προηγεμόνα της οδού του βίου του, κάποιαν οπτασίαν, «η οποία  μόνη προπορευομένη ρίπτει φως» επί των αδήλων πραγμάτων και καθ’ ας περιστάσεις η ανθρώπινη φρόνησις δεν είναι επαρκής ώστε δια του συλλογισμού να αποφανθή».

Με αυτό το απόσπασμα αρχίζουν σε αυτό το έργο του Πλουτάρχου οι συζητητές τον διάλογο προκειμένου να συμπεράνουν τι ήταν το δαιμόνιο του Σωκράτη. Ένας από τους συνομιλητές προσπαθεί να το τοποθετήσει στα μαντικά «σημεία» τα οποία δέχονταν οι αρχαίοι. Έτσι λέει ότι πρέπει να ήταν ή πταρμός ή «κληδών». Ο πταρμός ανάλογα με τον τρόπο και το χρόνο που γινόταν είχε κάποια σημασία για τους αρχαίους. Αυτό επέζησε μέχρι τις μέρες μας και στον απλό λαό κι έτσι όταν κάποιος πταρνίζεται του λένε ότι κάποιοι θα τον συζητούν. Ακόμα οι διάφορες «γητιές» που γίνονται για το «κακό μάτι» όταν συνοδεύονται από πταρμό θεωρείται ότι «πιάνουν». Στον Όμηρο (Οδύσσεια Ρ 545-550) διαβάζουμε:

 

Έτσι είπε κι ο Τηλέμαχος φταρνίστηκε με κρότο,

που όλο το σπίτι αντήχησε. Γέλασε η Πηνελόπη

κι έτσι είπε ευτύς στον Εύμαιο με πεταχτά της λόγια

«τρέχα, τον ξένο φώναξε και φερ’ τονε μπροστά μου.

Δεν είδες πώς φταρνίστηκε στα λόγια που είπα ο γιός μου;

Δοιλεί πώς χάρος άσφαλτος θα λάχει στους μνηστήρες!

 

Οι κληδόνες ήταν πάλι ήχοι,  λέξεις, φωνές ή φράσεις που θεωρούνταν σαν οιωνοί-προμηνύματα.* Όμως δεν γίνεται δεκτό ότι ο Σωκράτης θα καθοδηγούνταν από ένα τέτοιο κατώτερο είδος μαντείας. Γίνεται μια σκιαγράφηση του χαρακτήρα του από έναν από τους συζητητές: Είχε βεβαιότητα και άκαμπτη δύναμη που πήγαζαν από μια πολλή δυνατή κρίση, παρέμεινε πτωχός με τη θέλησή του σ’ όλη του τη ζωή, δεν απομακρύνθηκε από τη φιλοσοφία παρά τα όσα εμπόδια και όταν έφθασε η στιγμή του τέλους ενώ μπορούσε να διαφύγει δεν το έκανε. Έτσι δεν μπορεί ένας τέτοιος άνθρωπος να αλλάζει τη γνώμη του από «κληδόνες και πταρμούς».

Έτσι οι συζητητές του Πλουτάρχου προσπαθούν να βρουν κάποια άλλη λύση. Με τέχνη ο Πλούταρχος βάζει έναν πυθαγόρειο, το Θεάνορα, μέσα στο διάλογο. Είχε πάει στη Θήβα -όπου γίνεται η συζήτηση για το δαιμόνιο του Σωκράτη- για να αποδώσει τις νεκρικές τελετές που άρμοζαν σε έναν άλλο πυθαγόρειο -το Λύσι- ο οποίος είχε πεθάνει εκεί. Ο συγγραφέας τον εμφανίζει να επικοινωνεί με το «δαιμόνιο» του Λύσιδος. Φαίνεται ότι οι Πυθαγόρειοι είχαν αρκετές γνώσεις των αόρατων κόσμων. Αποκαλύπτει ο Πλούταρχος ότι μπορούσαν να επικοινωνήσουν με την «ψυχή» ενός συντρόφου τους που είχε πεθάνει μέσω των ονείρων. Ο Πυθαγόρειος λοιπόν κάνει μια ανάπτυξη και τονίζει τα χαρακτηριστικά ενός ανθρώπου, ο οποίος επικοινωνεί με τις λεπτές διαστάσεις. Είναι αυτός, ο οποίος αντιμετωπίζει όλα αυτά που τραβούν την ψυχή προς όλες τις κατευθύνσεις (εδώ κι εκεί), έχει αυτοέλεγχο, ο νους του είναι καθαρός και απαθής και έτσι έχει τη δυνατότητα να ακούει κάποιες άλλες «φωνές» εκτός από αυτές του θορύβου της καθημερινής ζωής. Ο Σωκράτης εμφανίζεται σαν ένας από αυτούς. Μάλιστα τονίζεται ότι «μόλις ανεμίγνυεν εαυτόν με το σώμα προς συμμετοχήν των αναγκαιούντων δια την διατήρησιν του εν τη ζωή, ήτο εξαίρετος δέκτης των θείων ενδείξεων …»

Ακόμη αναφέρεται ότι ο Σωκράτης, όταν κάποιοι ισχυρίζονταν κάτι σχετικά με οράματα, δεν έδινε μεγάλη σημασία. Όταν όμως κάποιος έλεγε ότι άκουσε κάποια «φωνή», τότε τον άκουε προσεκτικά και προσπαθούσε να μάθει όσο το δυνατόν περισσότερα. Φαίνεται ότι διέκρινε την ομοιότητα με τη δική του περίπτωση. Πρωταγωνιστικό ρόλο στη συζήτηση αναλαμβάνει ο Σιμμίας ο οποίος είχε ζήσει αρκετά χρόνια δίπλα στον Σωκράτη και είχε ακούσει πολλές διδασκαλίες απ’ αυτόν.

* «κληδών» σημαίνει λέξεις η φράσεις τυχαίες που ακούγονται κατά τη διάρκεια μαντικών τελετών και στις οποίες δίνεται έπειτα προφητική σημασία» Βλέπε Άλκη Κυριακίδου Νέστορος «Οι 12 μήνες τα Λαογραφικά» σελιδ. 81. Εκδ. Μάλλιαρη παιδεία.

Επίσης Βλ. Μέγα λεξικόν της αρχαίας ελληνικής γλώσσης. Henry G. liddell- Robert Skott σελ. 728Εκδ.  Ιωάννης  Σιδέρης.

Μπορούμε να χωρίσουμε το υπόλοιπο του διαλόγου σε δύο μέρη. Στο ένα θίγεται το θέμα της ύπαρξης των αόρατων οντοτήτων, οι οποίες επικοινωνούν με τον άνθρωπο με μια λάμψη του νου ή με σύμβολα. Αλλά αυτές οι άηχες «νοητικές φωνές» δεν βρίσκουν απήχηση σε όλους τους ανθρώπους, αλλά μόνο σε όσους έχουν «το ήθος αθόρυβον και ήσυχον την ψυχήν». Αυτούς τους ανθρώπους αποκαλούμε άγιους ή θείους.

Στο δεύτερο μέρος αναφέρεται ο μύθος του Τιμάρχου του Χαιρωνέως, ο οποίος πέρασε μέσω του μαντείου Τροφωνίου «στον άλλο κόσμο» και επέστρεψε. Διηγήθηκε δε όλα όσα είδε. Αυτός ο μύθος παρόμοιος με αυτούς που έχει τοποθετήσει ο Πλάτωνας στο Γοργία, στο Φαίδωνα και στο μύθο του Ηρός, που εκθέτει στο τελευταίο κεφάλαιο της Πολιτείας, περιέχει πολλές γνώσεις σχετικά με τους αόρατους κόσμους. Αλλά περιέχει και σημαντικές διδασκαλίες και γνώσεις για τα αόρατα σώματα του ανθρώπου. Έτσι μεταξύ άλλων ο Τίμαρχος εμφανίζεται να λέει ότι το ανώτερο μέρος του ανθρώπου βρίσκεται έξω και πάνω από τον άνθρωπο. Λίγοι κατορθώνουν να επικοινωνούν με αυτό. Όσοι επικοινωνούν σωστά το αποκαλούν δαίμονα. Είναι δε αυτό το μέρος που καθορίζει την τύχη των ψυχών των ανθρώπων. Έτσι ακολουθώντας το παράδειγμα του Πλάτωνα ο Πλούταρχος τοποθετεί στο κατάλληλο σημείο ένα μύθο για να δώσει λύση στο θέμα (2).